Η εγκληματική δράση των δύο 31χρονων Γερμανών Χέρμαν Ντουφτ και Χανς Μπασενάουερ, την άνοιξη του 1969, εγκαινίασε ένα εντελώς νέο κεφάλαιο στην ελληνική εγκληματολογική ιστορία. Σε μια εποχή που στην Ελλάδα το ποινικό έγκλημα συνδεόταν κυρίως με «λόγους τιμής» ή κτηματικές διαφορές, οι δύο Γερμανοί με τις πέντε ληστείες, τους έξι φόνους και τον έναν βαρύτατο τραυματισμό που διέπραξαν σε διάστημα μόλις
40 ημερών μετέβαλαν βίαια και οριστικά τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με την έννοια του εγκλήματος. Αν και εκείνη την περίοδο οι πράξεις τους χαρακτηρίστηκαν από τυπικής (νομικής) άποψης ως ληστείες μετά φόνων, η σύγχρονη εγκληματολογική αντίληψη τούς εντάσσει στην κατηγορία των κατά συρροή δολοφόνων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον αριθμό των θυμάτων, τον τρόπο δράσης τους και την δυσανάλογη ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ένταση των επιθέσεών τους.
Σαράντα χρόνια μετά (2009), ο Γιάννης Ράγκος έφερει ξανά στην επικαιρότητα την συνταρακτική αυτή υπόθεση, με το αστυνομικό του μυθιστόρημα «Μυρίζει αίμα» (εκδόσεις «Ίνδικτος»), αναπλάθοντας λογοτεχνικά την ιστορία και επιχειρώντας ταυτόχρονα την σκιαγράφηση της προσωπικότητάς των δύο δολοφόνων, που παραμένουν έως σήμερα οι πιο «παραγωγικοί» serial killers στα ελληνικά ποινικά χρονικά.
Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, προέρχονται από το μυθιστόρημα αυτό.
Βενζινάδικο στους Αγίους Θεοδώρους Θήβας – Ξημερώματα 6ης Μαρτίου 1969
(…) Ανάβει και σηκώνεται προς την τζαμαρία, εποπτεύοντας το πεδίο. Οι πρώτες ρουφηξιές του αφήνουν πικρή γεύση, αλλά πίσω από τον καπνό και από την κατεύθυνση της πόλης βλέπει να φτάνει ένα λευκό Βόλβο με δύο επιβάτες, τους οποίους πάντως δεν διακρίνει ακόμα. Με το βλέμμα, παρακολουθεί το αυτοκίνητο να πλησιάζει στο πρατήριο, μειώνοντας την ταχύτητα, και μετά να κόβει αριστερά, σταματώντας μπροστά στις αντλίες. Ο Πούλης μορφάζει με ικανοποίηση και σβήνει στα γρήγορα το τσιγάρο στο τασάκι, ενώ ο Καναρός βγαίνει βιαστικά από το πρατήριο και πλησιάζει το σταματημένο αυτοκίνητο. Ο Χέρμαν του κάνει νόημα να γεμίσει το ρεζερβουάρ. Ο Καναρός δεν δίνει σημασία στον μελαχρινό επιβάτη και βάζει την μάνικα στη θέση της, ενώ την ίδια στιγμή πλησιάζει το αυτοκίνητο ο Πούλης, από την πλευρά του Χανς. Βλέπει τις στρατιωτικές στολές και στρώνει τη δική του πάνω στο σώμα.
«Καλημέρα συνάδελφοι… Μήπως πάτε προς την Χαλκίδα;» ρωτάει με αδημονία.
Στο πρόσωπο του Χανς σχηματίζεται η απορία. Σηκώνει τα φρύδια.
«Δεν καταλαβαίνω, τι θέλετε;» απαντά στα αγγλικά.
Ο Πούλης βήχει και επανέρχεται, με πρόχειρα αγγλικά.
«Μήπως πηγαίνετε προς την Χαλκίδα;»
Ο Χανς τον μετράει, αλλά δεν απαντά αμέσως. Στρέφεται στον Χέρμαν, που τρίβει τα χέρια του με νευρικότητα, αλλά με το πρόσωπο δείχνει πως συναινεί. Ο Χανς επιστρέφει στον στρατιώτη, με ύφος που δεν σηκώνει αντίρρηση.
«Συγνώμη φίλε. Πάμε στην Αθήνα και βιαζόμαστε».
Ο Πούλης οπισθοχωρεί μερικά βήματα και την ίδια στιγμή ο Καναρός έχει μόλις γεμίσει το ρεζερβουάρ και φτάνει στο παράθυρο του Χέρμαν. Τρίβει τον αντίχειρα και τον δείκτη του μπροστά στο πρόσωπο του και μετά λέει: «Φάϊβ ντόλαρς, σερ».

Το εσωτερικό από το πρατήριο βενζίνας της Θήβας
Ο Χέρμαν γνέφει στον Χανς κι αυτός βγαίνει από το αυτοκίνητο, ακολουθώντας τον Καναρό στο εσωτερικό του πρατηρίου. Ο Πούλης μένει στο κρύο, με την ανάσα του να σχηματίζει συννεφάκια που εξαφανίζονται στη στιγμή. Ανταλλάσσει ματιές με τον Χέρμαν, ο οποίος κτυπά με ρυθμό το χέρι του στο τιμόνι και παράλληλα βλέπει από τη θέση του τον Χανς να έχει φτάσει μπροστά στο ταμείο.
Ο Χέρμαν βάζει το μαχαίρι των 18 εκατοστών στη μέση του και με γρήγορες κινήσεις αρπάζει την καραμπίνα από το πίσω κάθισμα. Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει, τη στιγμή που ο Πούλης δεν τον κοιτάζει πια, διότι έχει στρέψει το βλέμμα στο βάθος του δρόμου. Ο Χέρμαν οπλίζει κι ο ήχος αυτός κάνει τον Πούλη να στραφεί ξανά προς την πλευρά του. Όμως, δεν κοιτάζει το πρόσωπο του Χέρμαν, που έχει γίνει σκληρό και κρύο σαν πάγος, αλλά την κάνη της γουίντσεστερ 30-30 που τον σημαδεύει.
«Μέσα!» φωνάζει στα αγγλικά ο Χέρμαν.
Ο Πούλης τα χάνει, σηκώνει ενστικτωδώς τα χέρια, αλλά δεν κάνει βήμα.
«Μέσα, μπάσταρδε» λέει, ξανά, ο Χέρμαν και κουνάει το όπλο μπροστά στην μούρη του άλλου. Ο Πούλης οπισθοχωρεί και παρά τη χαμηλή θερμοκρασία κάποια σταγονίδια ιδρώτα εμφανίζονται στο μέτωπό του. Με τα χέρια στο σβέρκο και τον Χέρμαν πίσω του μπαίνουν στο γραφείο.
Στην πλάτη τους, κι ενώ βρέχει στην οδό Αυλίδος, ένα αγροτικό αυτοκίνητο προσπερνά το πρατήριο με κατεύθυνση την Θήβα, ενώ στο εσωτερικό ο Καναρός τα χάνει βλέποντας την εικόνα που παρουσιάζει ο Πούλης, αλλά κυρίως τον οπλοφόρο Χέρμαν. Ο μόνος που δεν εκπλήσσεται από την εξέλιξη αυτή, είναι ο Χάνς, ο οποίος σπρώχνει τον εμβρόντητο υπάλληλο δίπλα στον στρατιώτη και αμέσως μετά περνά πίσω από το ταμείο.
«Τι γίνεται, γαμώτο;» λέει ο Καναρός, αλλά η φωνή του έχει χαμηλώσει σε ψίθυρο.
Επικρατεί ένας ασυνήθης θόρυβος κι έτσι ο Γκιζίκης ανοίγει το ένα του μάτι, έτοιμος να διαμαρτυρηθεί. Όμως, βλέπει τον Καναρό και τον Πούλη με σηκωμένα τα χέρια, έναν ξανθό τύπο με στρατιωτική στολή να κρατά προς το μέρος τους μια καραμπίνα και έναν ακόμα μελαχρινό άντρα με στολή να παίρνει το συρτάρι με τις εισπράξεις και να βγαίνει κι έτσι ξυπνά απότομα αλλά βγάζει τον σκασμό.
Πράγματι, ο Χανς τρέχει προς το Βόλβο με το συρτάρι στα χέρια. Δεν το γνωρίζει ακόμα, όμως σε αυτό το συρτάρι βρίσκονται σε κέρματα και χαρτονομίσματα περίπου 12.000 δραχμές. Μπαίνει φουριόζος στη θέση του οδηγού και ακουμπά το συρτάρι στο πίσω κάθισμα. Όταν κοιτάζει ξανά προς το γραφείο, βλέπει τον Χέρμαν να πυροβολεί τον Πούλη.
Στο εσωτερικό, ο Πούλης πέφτει ανάσκελα στο πάτωμα με σπασμούς. Η σφαίρα τον έχει πετύχει στο στήθος κι ένας βαρύς ρόγχος αντικαθιστά την ανάσα του, αλλά προλαβαίνει να φέρει το αριστερό χέρι στην πληγή, ενώ πηχτό αίμα αναβλύζει στα δάκτυλά του.
Ο Πούλης δεν έχει πεθάνει ακόμα, όταν σχεδόν ταυτόχρονα συμβαίνουν τα εξής: ο Γκιζίκης πετά την κουβέρτα που τον σκέπαζε και κρύβεται κάτω από το ράντζο πίσω από τις συσκευασίες με τα λάδια, ο Χανς επιστρέφει στο εσωτερικό του γραφείου με μάτια διάπλατα από την έκπληξη, ενώ ο Χέρμαν οπλίζει ξανά και πυροβολεί στον λαιμό τον Καναρό, ο οποίος στην αρχή τρέμει ελαφρώς, ύστερα το αίμα απλώνεται στα ρούχα του, ψελλίζει ένα αργόσυρτο «Ωχ, μανούλα μου» και κατόπιν πέφτει μπρούμυτα πάνω στο σώμα του στρατιώτη.
Ο Χανς έχει εκπλαγεί τόσο, ώστε προς στιγμή ξεχνά πως πρέπει να μιλήσει στα αγγλικά.
«Τι κάνεις εκεί;» προφέρει στα γερμανικά, αλλά δεν συνεχίζει γιατί ο Χέρμαν τον κόβει στα γρήγορα.
«Μάζεψε τους κάλυκες! Μην καθυστερείς!»
Ο Χάνς είναι ταραγμένος και αντιδρά καθυστερημένα, αλλά ο Χέρμαν, ο οποίος ξέρει τι κάνει, πλησιάζει το σύμπλεγμα των δύο αντρών που βογκούν υπόκωφα, ενώ το αίμα τους απλώνεται ήδη στο πλαστικό δάπεδο. Ο Χανς αποφεύγει να κοιτάξει την ώρα που ο άλλος βυθίζει το μαχαίρι μερικές φορές στον λαιμό, τα πλευρά και την κοιλιά των δύο αντρών, οι οποίοι πεθαίνουν λίγα δευτερόλεπτα μετά.
Σαράντα χρόνια μετά (2009), ο Γιάννης Ράγκος έφερει ξανά στην επικαιρότητα την συνταρακτική αυτή υπόθεση, με το αστυνομικό του μυθιστόρημα «Μυρίζει αίμα» (εκδόσεις «Ίνδικτος»), αναπλάθοντας λογοτεχνικά την ιστορία και επιχειρώντας ταυτόχρονα την σκιαγράφηση της προσωπικότητάς των δύο δολοφόνων, που παραμένουν έως σήμερα οι πιο «παραγωγικοί» serial killers στα ελληνικά ποινικά χρονικά.
Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, προέρχονται από το μυθιστόρημα αυτό.
Βενζινάδικο στους Αγίους Θεοδώρους Θήβας – Ξημερώματα 6ης Μαρτίου 1969
(…) Ανάβει και σηκώνεται προς την τζαμαρία, εποπτεύοντας το πεδίο. Οι πρώτες ρουφηξιές του αφήνουν πικρή γεύση, αλλά πίσω από τον καπνό και από την κατεύθυνση της πόλης βλέπει να φτάνει ένα λευκό Βόλβο με δύο επιβάτες, τους οποίους πάντως δεν διακρίνει ακόμα. Με το βλέμμα, παρακολουθεί το αυτοκίνητο να πλησιάζει στο πρατήριο, μειώνοντας την ταχύτητα, και μετά να κόβει αριστερά, σταματώντας μπροστά στις αντλίες. Ο Πούλης μορφάζει με ικανοποίηση και σβήνει στα γρήγορα το τσιγάρο στο τασάκι, ενώ ο Καναρός βγαίνει βιαστικά από το πρατήριο και πλησιάζει το σταματημένο αυτοκίνητο. Ο Χέρμαν του κάνει νόημα να γεμίσει το ρεζερβουάρ. Ο Καναρός δεν δίνει σημασία στον μελαχρινό επιβάτη και βάζει την μάνικα στη θέση της, ενώ την ίδια στιγμή πλησιάζει το αυτοκίνητο ο Πούλης, από την πλευρά του Χανς. Βλέπει τις στρατιωτικές στολές και στρώνει τη δική του πάνω στο σώμα.
«Καλημέρα συνάδελφοι… Μήπως πάτε προς την Χαλκίδα;» ρωτάει με αδημονία.
Στο πρόσωπο του Χανς σχηματίζεται η απορία. Σηκώνει τα φρύδια.
«Δεν καταλαβαίνω, τι θέλετε;» απαντά στα αγγλικά.
Ο Πούλης βήχει και επανέρχεται, με πρόχειρα αγγλικά.
«Μήπως πηγαίνετε προς την Χαλκίδα;»
Ο Χανς τον μετράει, αλλά δεν απαντά αμέσως. Στρέφεται στον Χέρμαν, που τρίβει τα χέρια του με νευρικότητα, αλλά με το πρόσωπο δείχνει πως συναινεί. Ο Χανς επιστρέφει στον στρατιώτη, με ύφος που δεν σηκώνει αντίρρηση.
«Συγνώμη φίλε. Πάμε στην Αθήνα και βιαζόμαστε».
Ο Πούλης οπισθοχωρεί μερικά βήματα και την ίδια στιγμή ο Καναρός έχει μόλις γεμίσει το ρεζερβουάρ και φτάνει στο παράθυρο του Χέρμαν. Τρίβει τον αντίχειρα και τον δείκτη του μπροστά στο πρόσωπο του και μετά λέει: «Φάϊβ ντόλαρς, σερ».

Το εσωτερικό από το πρατήριο βενζίνας της Θήβας
Ο Χέρμαν γνέφει στον Χανς κι αυτός βγαίνει από το αυτοκίνητο, ακολουθώντας τον Καναρό στο εσωτερικό του πρατηρίου. Ο Πούλης μένει στο κρύο, με την ανάσα του να σχηματίζει συννεφάκια που εξαφανίζονται στη στιγμή. Ανταλλάσσει ματιές με τον Χέρμαν, ο οποίος κτυπά με ρυθμό το χέρι του στο τιμόνι και παράλληλα βλέπει από τη θέση του τον Χανς να έχει φτάσει μπροστά στο ταμείο.
Ο Χέρμαν βάζει το μαχαίρι των 18 εκατοστών στη μέση του και με γρήγορες κινήσεις αρπάζει την καραμπίνα από το πίσω κάθισμα. Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει, τη στιγμή που ο Πούλης δεν τον κοιτάζει πια, διότι έχει στρέψει το βλέμμα στο βάθος του δρόμου. Ο Χέρμαν οπλίζει κι ο ήχος αυτός κάνει τον Πούλη να στραφεί ξανά προς την πλευρά του. Όμως, δεν κοιτάζει το πρόσωπο του Χέρμαν, που έχει γίνει σκληρό και κρύο σαν πάγος, αλλά την κάνη της γουίντσεστερ 30-30 που τον σημαδεύει.
«Μέσα!» φωνάζει στα αγγλικά ο Χέρμαν.
Ο Πούλης τα χάνει, σηκώνει ενστικτωδώς τα χέρια, αλλά δεν κάνει βήμα.
«Μέσα, μπάσταρδε» λέει, ξανά, ο Χέρμαν και κουνάει το όπλο μπροστά στην μούρη του άλλου. Ο Πούλης οπισθοχωρεί και παρά τη χαμηλή θερμοκρασία κάποια σταγονίδια ιδρώτα εμφανίζονται στο μέτωπό του. Με τα χέρια στο σβέρκο και τον Χέρμαν πίσω του μπαίνουν στο γραφείο.
Στην πλάτη τους, κι ενώ βρέχει στην οδό Αυλίδος, ένα αγροτικό αυτοκίνητο προσπερνά το πρατήριο με κατεύθυνση την Θήβα, ενώ στο εσωτερικό ο Καναρός τα χάνει βλέποντας την εικόνα που παρουσιάζει ο Πούλης, αλλά κυρίως τον οπλοφόρο Χέρμαν. Ο μόνος που δεν εκπλήσσεται από την εξέλιξη αυτή, είναι ο Χάνς, ο οποίος σπρώχνει τον εμβρόντητο υπάλληλο δίπλα στον στρατιώτη και αμέσως μετά περνά πίσω από το ταμείο.
«Τι γίνεται, γαμώτο;» λέει ο Καναρός, αλλά η φωνή του έχει χαμηλώσει σε ψίθυρο.
Επικρατεί ένας ασυνήθης θόρυβος κι έτσι ο Γκιζίκης ανοίγει το ένα του μάτι, έτοιμος να διαμαρτυρηθεί. Όμως, βλέπει τον Καναρό και τον Πούλη με σηκωμένα τα χέρια, έναν ξανθό τύπο με στρατιωτική στολή να κρατά προς το μέρος τους μια καραμπίνα και έναν ακόμα μελαχρινό άντρα με στολή να παίρνει το συρτάρι με τις εισπράξεις και να βγαίνει κι έτσι ξυπνά απότομα αλλά βγάζει τον σκασμό.
Πράγματι, ο Χανς τρέχει προς το Βόλβο με το συρτάρι στα χέρια. Δεν το γνωρίζει ακόμα, όμως σε αυτό το συρτάρι βρίσκονται σε κέρματα και χαρτονομίσματα περίπου 12.000 δραχμές. Μπαίνει φουριόζος στη θέση του οδηγού και ακουμπά το συρτάρι στο πίσω κάθισμα. Όταν κοιτάζει ξανά προς το γραφείο, βλέπει τον Χέρμαν να πυροβολεί τον Πούλη.
Στο εσωτερικό, ο Πούλης πέφτει ανάσκελα στο πάτωμα με σπασμούς. Η σφαίρα τον έχει πετύχει στο στήθος κι ένας βαρύς ρόγχος αντικαθιστά την ανάσα του, αλλά προλαβαίνει να φέρει το αριστερό χέρι στην πληγή, ενώ πηχτό αίμα αναβλύζει στα δάκτυλά του.
Ο Πούλης δεν έχει πεθάνει ακόμα, όταν σχεδόν ταυτόχρονα συμβαίνουν τα εξής: ο Γκιζίκης πετά την κουβέρτα που τον σκέπαζε και κρύβεται κάτω από το ράντζο πίσω από τις συσκευασίες με τα λάδια, ο Χανς επιστρέφει στο εσωτερικό του γραφείου με μάτια διάπλατα από την έκπληξη, ενώ ο Χέρμαν οπλίζει ξανά και πυροβολεί στον λαιμό τον Καναρό, ο οποίος στην αρχή τρέμει ελαφρώς, ύστερα το αίμα απλώνεται στα ρούχα του, ψελλίζει ένα αργόσυρτο «Ωχ, μανούλα μου» και κατόπιν πέφτει μπρούμυτα πάνω στο σώμα του στρατιώτη.
Ο Χανς έχει εκπλαγεί τόσο, ώστε προς στιγμή ξεχνά πως πρέπει να μιλήσει στα αγγλικά.
«Τι κάνεις εκεί;» προφέρει στα γερμανικά, αλλά δεν συνεχίζει γιατί ο Χέρμαν τον κόβει στα γρήγορα.
«Μάζεψε τους κάλυκες! Μην καθυστερείς!»
Ο Χάνς είναι ταραγμένος και αντιδρά καθυστερημένα, αλλά ο Χέρμαν, ο οποίος ξέρει τι κάνει, πλησιάζει το σύμπλεγμα των δύο αντρών που βογκούν υπόκωφα, ενώ το αίμα τους απλώνεται ήδη στο πλαστικό δάπεδο. Ο Χανς αποφεύγει να κοιτάξει την ώρα που ο άλλος βυθίζει το μαχαίρι μερικές φορές στον λαιμό, τα πλευρά και την κοιλιά των δύο αντρών, οι οποίοι πεθαίνουν λίγα δευτερόλεπτα μετά.


Τα σημάδια από τους πυροβολισμούς και τις μαχαιριές που δέχτηκαν τα δύο πρώτα θύματα της επίθεσης στο βενζινάδικο της Θήβας
Στο μεταξύ, ο Χανς έχει εντοπίσει τον έναν κάλυκα -έχει γλιστρήσει κάτω από το τραπεζάκι με το ταμείο- και ο Χέρμαν σκουπίζει το μαχαίρι στα ρούχα των θυμάτων.
«Τους βρήκες;» ρωτάει τον άλλον.
«Μόνον τον έναν. Δεν ξέρω πού στο διάβολο είναι ο άλλος».
Ο Χέρμαν με την καραμπίνα στο δεξί του χέρι πάει ως την πόρτα, ελέγχοντας με προσοχή τον δρόμο. Σκέφτεται πως το Βόλβο, μπροστά στις αντλίες, ίσως τραβήξει την προσοχή.
«Χεσ’ τον κάλυκα» σφυρίζει ανυπόμονα στον Χανς. «Πάμε να φύγουμε!»
Ο Χανς ανασηκώνεται και πάει κοντά του.
«Κι αν τον βρουν;»
«Παράτα τον, σου λέω. Ας τον βρουν».
Είναι η στιγμή, που ο Γκιζίκης, τρέμοντας από τον φόβο του, μετακινεί ελαφρά το ράντζο κι αυτό βγάζει έναν σφύριγμα σαν τενεκές που σέρνεται στο πάτωμα. Ο Χέρμαν πιάνει από το μπράτσο τον Χανς και αμέσως μπαίνει σε σκέψεις.
«Πήγαινε στο αυτοκίνητο και άναψε την μηχανή».
Ο Χανς, με τον κάλυκα στο χέρι, βγαίνει τρέχοντας προς το Βόλβο. Ο Χέρμαν κάνει μερικά βήματα, ώσπου φτάνει πάνω από το ράντζο. Με το πόδι το σπρώχνει στην άκρη. Ένα δοχείο με λάδι πέφτει από το ράφι και το περιεχόμενό του αδειάζει στην κουβέρτα και τον μουσαμά, αλλά αυτό ελάχιστα ενδιαφέρει τον Χέρμαν, διότι έχει στραμμένη την προσοχή του στον αποσβολωμένο Γκιζίκη, ο οποίος δεν ξέρει τι ακριβώς πρέπει να κάνει. Από την δύσκολη θέση τον βγάζει ο Χέρμαν, που τον πυροβολεί δύο φορές. Σε εκείνη τη γωνία του δωματίου, οι πυροβολισμοί αντηχούν σαν μικρές εκρήξεις. Η μία σφαίρα σταματά στον πνεύμονα και η άλλη θρυμματίζει τη δεξιά ωμοπλάτη του Γκιζίκη, ο οποίος τινάζεται βίαια πίσω, κάνει γκελ στον τοίχο και επιστρέφει στο πάτωμα με τα πλευρά. Ο Χέρμαν υπερφαλαγγίζει το ράντζο και τον μαχαιρώνει δυο φορές στην πλάτη. Ύστερα, τραβιέται γρήγορα και αφού κατοπτεύει βιαστικά το γραφείο και τα τρία ματωμένα σώματα, βγαίνει με μεγάλο διασκελισμό και μπαίνει στην θέση του συνοδηγού του Βόλβο, η μηχανή του οποίου μαρσάρει.

Το ράντζο όπου δέχτηκε τους πυροβολισμούς και τις μαχαιριές το τρίτο θύμα της επίθεσης στη Θήβα
«Πάμε! Πάμε!» ουρλιάζει στον Χανς και πετά την καραμπίνα και το μαχαίρι στο πίσω κάθισμα.
Κρατώντας ασταθώς το τιμόνι, ο Χανς κάνει έναν νευρικό ελιγμό και βγαίνει στο δρόμο με κατεύθυνση την Αθήνα, επιταχύνοντας ως τα 110 χιλιόμετρα. Το λευκό Βόλβο Ρ 130 του 1966 με τους δύο επιβάτες, αφήνει πίσω την Θήβα και βυθίζεται στο σκοτάδι και την βροχή. (…)

Κρατώντας ασταθώς το τιμόνι, ο Χανς κάνει έναν νευρικό ελιγμό και βγαίνει στο δρόμο με κατεύθυνση την Αθήνα, επιταχύνοντας ως τα 110 χιλιόμετρα. Το λευκό Βόλβο Ρ 130 του 1966 με τους δύο επιβάτες, αφήνει πίσω την Θήβα και βυθίζεται στο σκοτάδι και την βροχή. (…)

Έπαυλη στη Βούλα Αττικής – Μετά τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου 1969
(…) Ο Χανς χάνεται στο εσωτερικό της βίλας και ταυτόχρονα ο Ρενόπουλος ανοίγει την πόρτα, ψάχνοντας στο σκοτάδι για τον διακόπτη. Μια δέσμη φωτός πέφτει απότομα στα μάτια του και τον τυφλώνει.
«Ψηλά τα χέρια» του λέει μια στριγκή φωνή στα αγγλικά και σχεδόν αμέσως ο επιχειρηματίας διακρίνει μια καραμπίνα να τον σημαδεύει.
«Τι συμβαίνει;» ρωτά έκπληκτος.
Ο Χέρμαν ρίχνει τη δέσμη του φακού στο δάπεδο κι έτσι ο Ρενόπουλος μπορεί πλέον να τον διακρίνει. «Μην ανάψεις το φως!» λέει, ξανά, ο Χέρμαν.
«Ποιος είσαι; Τι θέλεις;» εξακολουθεί να απορεί ο Ρενόπουλος, καθώς ακόμα δεν είναι σε θέση να ταιριάξει όλα τα κομμάτια της εικόνας που διαμορφώνεται.
«Σήκωσε τα χέρια σου! Και μην σκεφτείς να ζητήσεις βοήθεια» τον κόβει ο Χέρμαν.
Ο Ρενόπουλος υπακούει και μια βαθιά ρυτίδα σχηματίζεται ανάμεσα στα φρύδια του. Ο Χέρμαν φέγγει προς το βάθος του σαλονιού.
«Γρήγορα. Στην κουζίνα. Μην βγάλεις τσιμουδιά!»
Ο Ρενόπουλος κινείται προς το μέρος που του υποδεικνύει ο Χέρμαν, σκοντάφτει μια δυο φορές στα έπιπλα και τελικά καταφέρνει να περάσει στην κουζίνα, όπου περιμένει με μια δόση έντασης ο Χανς. Ο Ρενόπουλος προσπαθεί να διατηρήσει την ψυχραιμία του, αλλά τα αποτελέσματα δεν είναι σπουδαία, καθώς έχει χάσει τη φωνή του.
«Αν θέλετε λεφτά, στο σπίτι δεν έχω. Πάρτε το πορτοφόλι μου» ψιθυρίζει στο τέλος.
Ο Χέρμαν τον κόβει με ένα «Σκάσε!» και του κάνει νόημα να κατεβάσει τα χέρια. Ύστερα τραβά το σακάκι του επιχειρηματία ως τους αγκώνες και τον ακινητοποιεί. Λέει στον Χανς: «Ψάξ’ τον!» και κολλά την καραμπίνα στην πλάτη του άλλου. Στο σακάκι του επιχειρηματία, ο Χανς βρίσκει την κλειδοθήκη και στην πίσω τσέπη του παντελονιού το πορτοφόλι του, ενώ οι άλλες τσέπες είναι άδειες. Ο Ρενόπουλος κάνει την τελευταία του προσπάθεια:
«Δεν έχω άλλα χρήματα. Σας λέω την αλήθεια!»

Ο Χέρμαν Ντουφτ (αριστερά) και ο Χανς Μπασενάουερ
Ο Χέρμαν προσπερνά τις διαβεβαιώσεις του Ρενόπουλου και τού ρίχνει μια λοξή ματιά, καθώς μετρά τις επόμενες ενέργειές του. Όταν καταλήγει, αφήνει την καραμπίνα στον Χανς και βγαίνει δίχως να πει λέξη. Μένοντας στην κουζίνα, ο Χανς και ο Ρενόπουλος κοιτάζονται για μια αιωνιότητα, αλλά δεν βγάζουν τον παραμικρό θόρυβο. Ο Χέρμαν επιστρέφει με ένα μεγάλο ξύλο από κορμό ελιάς, που έχει πάρει από το τζάκι. Το αφήνει στο τραπέζι, ανάμεσα στους άλλους δύο και αρπάζει ξανά την καραμπίνα. Τους κοιτά με τη σειρά, έχοντας πάρει σκυλίσιο ύφος, ενώ η φωνή του έχει τώρα μια οξύτητα, που δεν είχε προηγουμένως: «Χανς… Σκότωσέ τον!»
Το σαγόνι του Χανς σφίγγεται, ενώ ο Ρενόπουλος, χάνοντας και την τελευταία σταγόνα ελπίδας, πέφτει στα γόνατα εντελώς ανίσχυρος.
«Σας παρακαλώ… Λυπηθείτε με. Πάρτε ό,τι θέλετε, μόνο μην με σκοτώσετε». Ο τόνος του δεν είναι πειστικός, αλλά ο Χανς διακρίνει σ’ αυτόν ένα σημαντικό μερίδιο αλήθειας.
Ο Χέρμαν επιμένει: «Κτύπα τον με το ξύλο. Μην κάνεις σαν γυναικούλα».
Ο Χανς αναμετριέται με τα μάτια του Χέρμαν για μερικά δευτερόλεπτα, κατά τη διάρκεια των οποίων ακούγεται μόνο η αγχώδης ανάσα του Ρενόπουλου κι ύστερα, τελείως ξαφνικά, αρπάζει το ξύλο με τα δύο χέρια και φωνάζοντας «Σκάσε, επιτέλους!» κτυπά τον επιχειρηματία στο κεφάλι. Αυτός πέφτει πάνω στη μύτη του, αλλά ζει ακόμα. Η περούκα έχει φύγει από το κεφάλι του, τσουλώντας στην άκρη του δωματίου. Ο Χανς σκύβει πάνω του και τον κτυπά για δεύτερη φορά, πιο δυνατά. Ο Ρενόπουλος βογκά, το πρόσωπό του έχει γεμίσει αίματα και σάλια. Ο Χέρμαν τραβιέται πίσω, με τον επιχειρηματία στα πόδια του, αλλά το πρόσωπό του μένει ακίνητο.
«Αποτελείωσέ τον!» προτρέπει τον Χανς, αλλά αυτός δεν ακούει πια, μόνο ενστικτωδώς κατεβάζει επανειλημμένως το ξύλο στο γυμνό κρανίο και το σώμα του Ρενόπουλου, που από ώρα έχει σταματήσει να ανασαίνει. Στο τέλος, ο Χανς αφήνει το ξύλο στο πάτωμα και πέφτει αποκαμωμένος στην καρέκλα πίσω του, απελευθερώνοντας το κεφάλι από την κάλτσα. Μια έκρηξη αίματος και εγκεφαλικής ουσίας έχει γεμίσει το πάτωμα και τα ρούχα του Χανς, εντούτοις ο Χέρμαν γελά ικανοποιημένος.
«Έτσι μπράβο. Φέρθηκες σαν άντρας!»
Τραβά την κάλτσα και σκύβει για να περιεργαστεί καλύτερα το πτώμα του επιχειρηματία.
«Τον γάμησες αληθινά, Χανς. Του έκανες το κεφάλι κομμάτια» σφυρίζει εγκωμιαστικά μέσα από τα δόντια του.
Ο άλλος ανασαίνει γρήγορα για να οξυγονώσει το σώμα του και να πάρει νέο κουράγιο, αλλά ξαφνικά ένα αίσθημα ναυτίας ανεβαίνει από το στομάχι του και σχεδόν αμέσως ξερνάει φλέματα και γαστρικά υγρά στον νεροχύτη. (…)
(…) Ο Χανς χάνεται στο εσωτερικό της βίλας και ταυτόχρονα ο Ρενόπουλος ανοίγει την πόρτα, ψάχνοντας στο σκοτάδι για τον διακόπτη. Μια δέσμη φωτός πέφτει απότομα στα μάτια του και τον τυφλώνει.
«Ψηλά τα χέρια» του λέει μια στριγκή φωνή στα αγγλικά και σχεδόν αμέσως ο επιχειρηματίας διακρίνει μια καραμπίνα να τον σημαδεύει.
«Τι συμβαίνει;» ρωτά έκπληκτος.
Ο Χέρμαν ρίχνει τη δέσμη του φακού στο δάπεδο κι έτσι ο Ρενόπουλος μπορεί πλέον να τον διακρίνει. «Μην ανάψεις το φως!» λέει, ξανά, ο Χέρμαν.
«Ποιος είσαι; Τι θέλεις;» εξακολουθεί να απορεί ο Ρενόπουλος, καθώς ακόμα δεν είναι σε θέση να ταιριάξει όλα τα κομμάτια της εικόνας που διαμορφώνεται.
«Σήκωσε τα χέρια σου! Και μην σκεφτείς να ζητήσεις βοήθεια» τον κόβει ο Χέρμαν.
Ο Ρενόπουλος υπακούει και μια βαθιά ρυτίδα σχηματίζεται ανάμεσα στα φρύδια του. Ο Χέρμαν φέγγει προς το βάθος του σαλονιού.
«Γρήγορα. Στην κουζίνα. Μην βγάλεις τσιμουδιά!»
Ο Ρενόπουλος κινείται προς το μέρος που του υποδεικνύει ο Χέρμαν, σκοντάφτει μια δυο φορές στα έπιπλα και τελικά καταφέρνει να περάσει στην κουζίνα, όπου περιμένει με μια δόση έντασης ο Χανς. Ο Ρενόπουλος προσπαθεί να διατηρήσει την ψυχραιμία του, αλλά τα αποτελέσματα δεν είναι σπουδαία, καθώς έχει χάσει τη φωνή του.
«Αν θέλετε λεφτά, στο σπίτι δεν έχω. Πάρτε το πορτοφόλι μου» ψιθυρίζει στο τέλος.
Ο Χέρμαν τον κόβει με ένα «Σκάσε!» και του κάνει νόημα να κατεβάσει τα χέρια. Ύστερα τραβά το σακάκι του επιχειρηματία ως τους αγκώνες και τον ακινητοποιεί. Λέει στον Χανς: «Ψάξ’ τον!» και κολλά την καραμπίνα στην πλάτη του άλλου. Στο σακάκι του επιχειρηματία, ο Χανς βρίσκει την κλειδοθήκη και στην πίσω τσέπη του παντελονιού το πορτοφόλι του, ενώ οι άλλες τσέπες είναι άδειες. Ο Ρενόπουλος κάνει την τελευταία του προσπάθεια:
«Δεν έχω άλλα χρήματα. Σας λέω την αλήθεια!»

Ο Χέρμαν Ντουφτ (αριστερά) και ο Χανς Μπασενάουερ
Ο Χέρμαν προσπερνά τις διαβεβαιώσεις του Ρενόπουλου και τού ρίχνει μια λοξή ματιά, καθώς μετρά τις επόμενες ενέργειές του. Όταν καταλήγει, αφήνει την καραμπίνα στον Χανς και βγαίνει δίχως να πει λέξη. Μένοντας στην κουζίνα, ο Χανς και ο Ρενόπουλος κοιτάζονται για μια αιωνιότητα, αλλά δεν βγάζουν τον παραμικρό θόρυβο. Ο Χέρμαν επιστρέφει με ένα μεγάλο ξύλο από κορμό ελιάς, που έχει πάρει από το τζάκι. Το αφήνει στο τραπέζι, ανάμεσα στους άλλους δύο και αρπάζει ξανά την καραμπίνα. Τους κοιτά με τη σειρά, έχοντας πάρει σκυλίσιο ύφος, ενώ η φωνή του έχει τώρα μια οξύτητα, που δεν είχε προηγουμένως: «Χανς… Σκότωσέ τον!»
Το σαγόνι του Χανς σφίγγεται, ενώ ο Ρενόπουλος, χάνοντας και την τελευταία σταγόνα ελπίδας, πέφτει στα γόνατα εντελώς ανίσχυρος.
«Σας παρακαλώ… Λυπηθείτε με. Πάρτε ό,τι θέλετε, μόνο μην με σκοτώσετε». Ο τόνος του δεν είναι πειστικός, αλλά ο Χανς διακρίνει σ’ αυτόν ένα σημαντικό μερίδιο αλήθειας.
Ο Χέρμαν επιμένει: «Κτύπα τον με το ξύλο. Μην κάνεις σαν γυναικούλα».
Ο Χανς αναμετριέται με τα μάτια του Χέρμαν για μερικά δευτερόλεπτα, κατά τη διάρκεια των οποίων ακούγεται μόνο η αγχώδης ανάσα του Ρενόπουλου κι ύστερα, τελείως ξαφνικά, αρπάζει το ξύλο με τα δύο χέρια και φωνάζοντας «Σκάσε, επιτέλους!» κτυπά τον επιχειρηματία στο κεφάλι. Αυτός πέφτει πάνω στη μύτη του, αλλά ζει ακόμα. Η περούκα έχει φύγει από το κεφάλι του, τσουλώντας στην άκρη του δωματίου. Ο Χανς σκύβει πάνω του και τον κτυπά για δεύτερη φορά, πιο δυνατά. Ο Ρενόπουλος βογκά, το πρόσωπό του έχει γεμίσει αίματα και σάλια. Ο Χέρμαν τραβιέται πίσω, με τον επιχειρηματία στα πόδια του, αλλά το πρόσωπό του μένει ακίνητο.
«Αποτελείωσέ τον!» προτρέπει τον Χανς, αλλά αυτός δεν ακούει πια, μόνο ενστικτωδώς κατεβάζει επανειλημμένως το ξύλο στο γυμνό κρανίο και το σώμα του Ρενόπουλου, που από ώρα έχει σταματήσει να ανασαίνει. Στο τέλος, ο Χανς αφήνει το ξύλο στο πάτωμα και πέφτει αποκαμωμένος στην καρέκλα πίσω του, απελευθερώνοντας το κεφάλι από την κάλτσα. Μια έκρηξη αίματος και εγκεφαλικής ουσίας έχει γεμίσει το πάτωμα και τα ρούχα του Χανς, εντούτοις ο Χέρμαν γελά ικανοποιημένος.
«Έτσι μπράβο. Φέρθηκες σαν άντρας!»
Τραβά την κάλτσα και σκύβει για να περιεργαστεί καλύτερα το πτώμα του επιχειρηματία.
«Τον γάμησες αληθινά, Χανς. Του έκανες το κεφάλι κομμάτια» σφυρίζει εγκωμιαστικά μέσα από τα δόντια του.
Ο άλλος ανασαίνει γρήγορα για να οξυγονώσει το σώμα του και να πάρει νέο κουράγιο, αλλά ξαφνικά ένα αίσθημα ναυτίας ανεβαίνει από το στομάχι του και σχεδόν αμέσως ξερνάει φλέματα και γαστρικά υγρά στον νεροχύτη. (…)


Καβούρι Αττικής – Βράδυ 7ης Απριλίου 1969
(…) Στην έξοδο της λεωφόρου Βουλιαγμένης προς την παραλιακή λεωφόρο, το ταξί πιάνει τη δεξιά λωρίδα. Ο Χέρμαν κάνει ένα προσεκτικό νεύμα στον Χανς κι αυτός συμφωνεί με το κεφάλι. Ο Χέρμαν βγάζει στα γρήγορα από το μπουφάν του τη γουίντσεστερ 30-30 και την κολλά στον αυχένα του Φραγκουδάκη, που κοκαλώνει.
«Τι τρέχει, ρε παιδιά;» ψελλίζει και το πόδι του αφήνει ενστικτωδώς το γκάζι. Το αυτοκίνητο αγκομαχά για λίγα μέτρα, μετά η μηχανή σβήνει και το ταξί ακινητοποιείται. Ο Χέρμαν κάνει νόημα στον Φραγκουδάκη να μετακινηθεί στη θέση του συνοδηγού. Ο Φραγκουδάκης ιδρώνει και με δυσκολία σέρνει το σώμα του δίπλα. Ο Χανς βγαίνει βιαστικά και περνά στη θέση του οδηγού. Γυρίζει το κλειδί στη μίζα και πατάει το γκάζι, στρίβοντας στους σκοτεινούς χωματόδρομους του Καβουριού. Εκατό μέτρα από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ο Χάνς σταματά. Με την καραμπίνα, ο Χέρμαν σπρώχνει τον Φραγκουδάκη να βγει από το ταξί και ακολουθεί κι ο ίδιος από το πίσω κάθισμα. Από την άλλη πλευρά του αυτοκινήτου έρχεται ο Χανς. Στην περιοχή δεν υπάρχει ψυχή. Ο Φραγκουδάκης αναστενάζει, αλλά όχι περισσότερο απ’ όσο είναι απαραίτητο. Στο μυαλό του υπολογίζει πως οι δύο Γερμανοί θέλουν απλώς να κλέψουν τα χρήματα που κουβαλά μαζί του και ίσως να πάρουν το ταξί. Κάθεται ανακούρκουδα στον κορμό ενός δέντρου, έχοντας χαλαρώσει αφύσικα. Αλλά, ο Χέρμαν του κάνει νόημα να ξαπλώσει στο έδαφος, με τις παλάμες στο σβέρκο. Ο Φραγκουδάκης δεν καταλαβαίνει.
«Νο αντερστέντ» προφέρει με αβεβαιότητα.
«Κάτω» λέει στα ελληνικά ο Χανς και τον αρπάζει από το μπουφάν. Τον αναγκάζει να πέσει πρώτα στα τέσσερα και έπειτα μπρούμυτα στο χώμα. Ο Φραγκουδάκης χώνει το κεφάλι στα χόρτα και δυσκολεύεται να αναπνεύσει. Περνούν μερικά δευτερόλεπτα, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Φραγκουδάκης ακούει κάποιους απροσδιόριστους ήχους πίσω από την πλάτη του, ενώ παράλληλα προσπαθεί να επανεκτιμήσει την κατάσταση. Τελικά, αποφασίζει να πει κάτι αλλά απότομα το στόμα του γεμίζει με αίμα και τα μάτια του διαστέλλονται από την έκπληξη και τον πόνο, ακριβώς τη στιγμή που ο Χανς τον κτυπά με το μαχαίρι στην αριστερή πλευρά της πλάτης. Ο Φραγκουδάκης έχει παραλύσει και παίρνει, με απελπισία, μερικές υγρές ανάσες. Γονατιστός από πάνω του, ο Χανς τον μαχαιρώνει ξανά, αυτή τη φορά πιο χαμηλά στην περιοχή της ωμοπλάτης. Το μαχαίρι σκαλώνει ανάμεσα στα κόκαλα κι αυτό δυσχεραίνει την προσπάθεια του Χανς να το τραβήξει έξω. Ο Φραγκουδάκης βγάζει ένα αμελητέο βογκητό και κατόπιν μένει χωρίς ανάσα, με το στόμα ανοικτό να αφήνει το αίμα να τρέξει στο χώμα και τα χόρτα. Απροσδόκητα, ο Χανς γίνεται νωθρός, σαν παιδικό παιχνίδι που έμεινε από μπαταρίες. Παρατάει το μαχαίρι στο πλάι και παίρνει γρήγορες και συντεταγμένες αναπνοές. Ο Χέρμαν σκύβει πάνω από το σώμα του Φραγκουδάκη, αφήνει την καραμπίνα δίπλα του και χαμογελάει με τα χείλη κολλημένα.
Εντελώς αναπάντεχα, το σώμα του Φραγκουδάκη ξεσπά σ’ έναν αντανακλαστικό σπασμό, η ράχη του ανασηκώνεται σχηματίζοντας μια οριζόντια παρένθεση κι ύστερα σκάει ξανά στο χώμα, σηκώνοντας σκόνη. Ο Χέρμαν δεν τα χάνει˙ το ορμέμφυτο τερματίζει πρώτο στην κούρσα. Σε ελάχιστο χρόνο, προλαβαίνει να γραπώσει το αμφίστομο μαχαίρι του Χανς και να το καρφώσει κάτω από τη μασχάλη του οδηγού, κάνοντας σμπαράλια τον πνεύμονα. Αλλά, ο Φραγκουδάκης έχει ήδη πεθάνει κι έτσι μένει ακίνητος για χιλιετίες. Ο Χέρμαν ξεφυσά με ρυθμό.
«Ψάξε το αμάξι για λεφτά» λέει χαμηλόφωνα στον Χανς, ο οποίος μετά από μια στιγμή αμφιβολίας σηκώνεται από τη θέση του. Ο Χέρμαν γυρίζει το πτώμα ανάσκελα. Τα μάτια του Φραγκουδάκη έχουν μείνει ανοικτά κι είναι γυάλινα, κοιτώντας πλέον μόνο το μεγάλο πουθενά. Η γλώσσα του έχει κρεμαστεί έξω από το στόμα και γύρω έχει απλωθεί ένα στρώμα πηχτού αίματος, στο οποίο έχουν κολλήσει χώμα και χόρτα. Ο Χέρμαν αντιπαρέρχεται αυτή την εικόνα και χώνει τα χέρια στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του οδηγού. Βρίσκει το πορτοφόλι του Φραγκουδάκη και το βάζει στο παντελόνι του. Είναι έτοιμος να ψάξει κι αλλού, όταν ένας πνιχτός γρυλισμός του αποσπά στην προσοχή. Αρπάζει την καραμπίνα και την στρέφει στο σκοτάδι, χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Από μια συστάδα θάμνων εμφανίζεται ένα μεγαλόσωμο σκυλί, με σηκωμένα αυτιά και τεντωμένα πόδια, που τώρα χαλάει τον κόσμο στο γαύγισμα. Δεν διακρίνεται καθαρά, όμως ο Χέρμαν οπλίζει την γουίντσεστερ, διατεθειμένος αναμφισβήτητα να πυροβολήσει. Τον σταματά ο Χανς, που έχει επιστρέψει από το ταξί.

Σκίτσο, δημοσιευμένο σε αθηναϊκή εφημερίδα, με την (φανταστική) αναπαράσταση της δολοφονίας του ταξιτζή
«Τι κάνεις εκεί; Μπορεί να μας ακούσουν» τον κόβει με τη μία.
Ξαφνικά, το σκυλί αλλάζει στάση, χαμηλώνει το κεφάλι και βάζει την ουρά ανάμεσα στα πίσω πόδια. Οπισθοχωρεί αργά και μετά χάνεται εντελώς στην βλάστηση της περιοχής. Ο Χέρμαν αφήνει την καραμπίνα και ανασηκώνεται.
«Πάμε να φύγουμε» λέει στον άλλο, ταραγμένος. (…)
Βενζινάδικο στην Μαλακάσα Αττικής – Βράδυ 9ης Απριλίου 1969
(…) Συντονίζουν το βήμα τους και καθ΄ οδόν κάνουν έναν τελευταίο έλεγχο στον οπλισμό τους, που καλύπτουν επιμελημένα κάτω από τα μπουφάν τους. Επιβεβαιώνουν πως ο Τσατσάνης βρίσκεται μόνος του στο κιόσκι και χυμάνε στο εσωτερικό με φόρα. Ο Χέρμαν τραβά τη γουίντσεστερ από τα ρούχα του και την κολλά στο δεξί μάγουλο του υπαλλήλου.
«Έξω, γρήγορα» φωνάζει στα γερμανικά, αλλά ο Τσατσάνης καταλαβαίνει τι του λέει αποκλειστικά από το αγριεμένο ύφος και να νοήματα του Χέρμαν. Ταυτοχρόνως, ο Χανς παρακάμπτει και τους δύο και πάει προς το ταμείο. Ο Χέρμαν αρπάζει τον Τσατσάνη από το παλτό και τον τραβά. Ο Τσατσάνης σκοντάφτει σε έναν τενεκέ με γράσο και παραπατά, αλλά ο Χέρμαν τον κρατά όρθιο και τον σέρνει έξω από το κιόσκι.
Στο πλαϊνό δωμάτιο, ο Ευθύμης Σπίνος πετάγεται αλαφιασμένος, από τον οξύ αντίλαλο του τενεκέ. Τεντώνει το σώμα του και αφουγκράζεται για λίγα δευτερόλεπτα. Η σιωπή έχει επιστρέψει και ακούγονται μόνον οι συνήθεις ήχοι της νύχτας, που του είναι γνώριμοι.
«Αϊ στο διάολο, βρωμόγατα…» μονολογεί χαμηλόφωνα και ξαπλώνει ξανά, ενώ ο αδελφός του δεν έχει αντιληφθεί το παραμικρό και ροχαλίζει ρυθμικά.
Στο μεταξύ, ο Τσατσάνης έχει σχεδόν συρθεί από τον Χέρμαν πίσω από την καρότσα της νταλίκας, εκατό μέτρα μακριά. Υποψιάζεται τι τον περιμένει και πέφτει στα γόνατα, σηκώνοντας τα μάτια στον Χέρμαν.

Το οπλοστάσιο των Χ. Ντουφτ και Χ. Μπασενάουερ
«Λυπηθείτε με! Έχω παιδιά… Πίκολο! Πίκολο!» εκλιπαρεί με άδεια φωνή. Ο Χέρμαν τραβά ένα μαντήλι από την τσέπη του και το χώνει στο στόμα του Τσατσάνη.
«Σκάσε! Σκάσε!» του λέει και ο Τσατσάνης, χωρίς φωνή πλέον, ξεσπά σε βουβό κλάμα. Στο μεταξύ, φτάνει και ο Χανς, ο οποίος πετά το άδειο συρτάρι του ταμείου στο χωράφι. Με το πόδι, ο Χέρμαν υποχρεώνει τον Τσατσάνη να πέσει μπρούμυτα στο χώμα. Ο Τσατσάνης σφίγγει τα μάτια και μουρμουρά μια προσευχή, ώσπου μια μαχαιριά του κόβει την ανάσα. Ακολουθούν άλλες έντεκα, μετά τις οποίες η πλάτη του Τσατσάνη μοιάζει με ψιλοκομμένο κιμά, που τον έχουν ζυμώσει με φρέσκο αίμα. Ο Χέρμαν σκουπίζει το μαχαίρι στα ρούχα του Τσατσάνη, ο οποίος έχει ακόμα τα μάτια ανοιχτά, βγάζοντας έναν αργόσυρτο ρόγχο, πολύ χλωμός. Ο Χέρμαν τεντώνει το χέρι του στον Χανς.
«Δώσε μου το μαχαίρι σου» του λέει εντελώς φυσιολογικά. «Το δικό μου στόμωσε».
Ο Χανς του δίνει το αμφίστομο. Ο Χέρμαν γυρίζει το σώμα του Τσατσάνη ανάσκελα και ανοίγει το παλτό για να απελευθερώσει το στήθος του υπαλλήλου. Ύστερα, κατεβάζει το μαχαίρι άλλες πέντε φορές και σταματά όταν η κούραση τον καταβάλλει. Πέφτει στους γλουτούς και παίρνει βαθιές ανάσες.
Ο Χανς στέκεται πάνω από το πτώμα του Τσατσάνη και το κοιτάζει με ύφος φοιτητή της ιατρικής, που παίρνει άριστα στο μάθημα της ανατομίας.
«Έϊ, Χέρμαν» βάζει τα γέλια. «Για δες εδώ!» Δείχνει έναν σκουρόχρωμο, υγρό λεκέ που έχει απλωθεί στο παντελόνι του Τσατσάνη, εκεί που ενώνονται τα πόδια. «Ο τύπος κατουρήθηκε!» (…)
Εθνική οδός Αθήνας Κορίνθου – Βράδυ 11ης Απριλίου 1969
(…) Μόλις βγαίνουν από την Κινέττα, ο Χέρμαν γυρίζει τον διακόπτη και σβήνει το δεξί φανάρι της Μερσέντες. Μετρά μέσα του ως το πέντε κι ύστερα αρχίζει να κορνάρει επίμονα για να ειδοποιήσει τον Παπαγεωργόπουλο. Αυτός αργεί να μειώσει ταχύτητα, αλλά εν τέλει πατά φρένο και σταματά σ’ ένα πλάτωμα του δρόμου, το οποίο χρησιμοποιείται ως πάρκινγκ για τα αυτοκίνητα που κινούνται στην εθνική οδό. Η Μερσέντες ακινητοποιείται από πίσω.
Ο Παπαγεωργόπουλος βγαίνει από την BMW και πάει στον Χέρμαν.
«Τι συνέβη;»
Ο Χέρμαν σκάει ένα καλά προβαρισμένο χαμόγελο.
«Δεν έχω ιδέα. Ξαφνικά έσβησε και το άλλο φανάρι».
Ο Παπαγεωργόπουλος βάζει το χέρι στο πηγούνι.
«Μήπως έχει πρόβλημα το δυναμό;»
«Τι να σας πω; Δεν ξέρω και πολλά από αυτοκίνητα. Μήπως θα μπορούσατε να ρίχνατε…»
«…μια ματιά; Βεβαίως. Ανοίγετε τη μηχανή;»
Ο Χέρμαν τραβά τον λεβιέ και βγαίνει για να απελευθερώσει τον γάντζο από το καπό της Μερσέντες.
«Μισό λεπτό. Θα χρειαστούμε φακό. Νομίζω πως έχω έναν στο αυτοκίνητο», λέει ο Παπαγεωργόπουλος και φεύγει για να τον φέρει.
Από τις δύο πλευρές του παρμπρίζ, ο Χέρμαν και ο Χανς χαμογελούν νευρικά ο ένας στον άλλο. Ένα αυτοκίνητο περνά με ταχύτητα από το σημείο, με αντίθετη κατεύθυνση. Μετά ησυχία. Ο Παπαγεωργόπουλος επιστρέφει με έναν φακό στο χέρι και σκύβει πάνω από τη μηχανή. Ο Χέρμαν κάνει μικρά βήματα, κλέβοντας ματιές με τον Χανς, που βαθμιαία χάνει κάθε ικμάδα της υπομονής του. Πνιχτά, από το βάθος της μηχανής, η φωνή του Παπαγεωργόπουλου.
«Δεν πρέπει να φταίει το δυναμό…»

Η καραμπίνα γουίντσεστερ 30-30 επιδεικνύεται στους δημοσιογράφους
Ο Χέρμαν σκύβει δίπλα του με ενδιαφέρον τη στιγμή που ο Χανς χάνει οριστικά τη μάχη της αναμονής. Ανοίγει γρήγορα την πόρτα του συνοδηγού, πάει προς το πορτ-παγκάζ, αρπάζει την γουίντσεστερ 30-30 και, αφήνοντας το πορτ-παγκάζ ανοικτό, την οπλίζει και με ανοικτό διασκελισμό φτάνει πίσω από το σκυμμένο σώμα του Παπαγεωργόπουλου. Όλα έχουν γίνει σαν μία κίνηση, χωρίς παύσεις και αναστολές, τόσο γρήγορα που αιφνιδιάζεται ακόμα και ο Χέρμαν. Ο Παπαγεωργόπουλος σηκώνεται όρθιος. Δεν έχει αντιληφθεί τι συμβαίνει, όταν γυρίζει στον Χέρμαν.
«Θα χρειαστώ ένα κατσαβίδι. Μήπως έχετε στο…»
Η φράση κόβεται στη μέση επειδή ο Χανς πατά τη σκανδάλη. Ο Παπαγεωργόπουλος τρώει τη σφαίρα στο δεξί μέρος της πλάτης, δίπλα στη σπονδυλική στήλη, στο νεφρό. Για τρία δευτερόλεπτα είναι έκπληκτος, μετά επικρατεί ο πόνος, χάνει τις δυνάμεις του και πέφτει στην άσφαλτο ξεφούσκωτος, μέχρι να πεθάνει.

Η εκπυρσοκρότηση ξαναζωντανεύει τον Χέρμαν.
«Βλάκα! Δεν πυροβολούν έτσι. Παραλίγο να κάνεις ζημιά στη μηχανή».
Ο Χανς αφρίζει. «Βούλωσέ το!» φωνάζει. «Υποτίθεται πως θα μου έκανες νόημα. Το ξέχασες, μπάσταρδε;» (…)
(…) Στην έξοδο της λεωφόρου Βουλιαγμένης προς την παραλιακή λεωφόρο, το ταξί πιάνει τη δεξιά λωρίδα. Ο Χέρμαν κάνει ένα προσεκτικό νεύμα στον Χανς κι αυτός συμφωνεί με το κεφάλι. Ο Χέρμαν βγάζει στα γρήγορα από το μπουφάν του τη γουίντσεστερ 30-30 και την κολλά στον αυχένα του Φραγκουδάκη, που κοκαλώνει.
«Τι τρέχει, ρε παιδιά;» ψελλίζει και το πόδι του αφήνει ενστικτωδώς το γκάζι. Το αυτοκίνητο αγκομαχά για λίγα μέτρα, μετά η μηχανή σβήνει και το ταξί ακινητοποιείται. Ο Χέρμαν κάνει νόημα στον Φραγκουδάκη να μετακινηθεί στη θέση του συνοδηγού. Ο Φραγκουδάκης ιδρώνει και με δυσκολία σέρνει το σώμα του δίπλα. Ο Χανς βγαίνει βιαστικά και περνά στη θέση του οδηγού. Γυρίζει το κλειδί στη μίζα και πατάει το γκάζι, στρίβοντας στους σκοτεινούς χωματόδρομους του Καβουριού. Εκατό μέτρα από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ο Χάνς σταματά. Με την καραμπίνα, ο Χέρμαν σπρώχνει τον Φραγκουδάκη να βγει από το ταξί και ακολουθεί κι ο ίδιος από το πίσω κάθισμα. Από την άλλη πλευρά του αυτοκινήτου έρχεται ο Χανς. Στην περιοχή δεν υπάρχει ψυχή. Ο Φραγκουδάκης αναστενάζει, αλλά όχι περισσότερο απ’ όσο είναι απαραίτητο. Στο μυαλό του υπολογίζει πως οι δύο Γερμανοί θέλουν απλώς να κλέψουν τα χρήματα που κουβαλά μαζί του και ίσως να πάρουν το ταξί. Κάθεται ανακούρκουδα στον κορμό ενός δέντρου, έχοντας χαλαρώσει αφύσικα. Αλλά, ο Χέρμαν του κάνει νόημα να ξαπλώσει στο έδαφος, με τις παλάμες στο σβέρκο. Ο Φραγκουδάκης δεν καταλαβαίνει.
«Νο αντερστέντ» προφέρει με αβεβαιότητα.
«Κάτω» λέει στα ελληνικά ο Χανς και τον αρπάζει από το μπουφάν. Τον αναγκάζει να πέσει πρώτα στα τέσσερα και έπειτα μπρούμυτα στο χώμα. Ο Φραγκουδάκης χώνει το κεφάλι στα χόρτα και δυσκολεύεται να αναπνεύσει. Περνούν μερικά δευτερόλεπτα, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Φραγκουδάκης ακούει κάποιους απροσδιόριστους ήχους πίσω από την πλάτη του, ενώ παράλληλα προσπαθεί να επανεκτιμήσει την κατάσταση. Τελικά, αποφασίζει να πει κάτι αλλά απότομα το στόμα του γεμίζει με αίμα και τα μάτια του διαστέλλονται από την έκπληξη και τον πόνο, ακριβώς τη στιγμή που ο Χανς τον κτυπά με το μαχαίρι στην αριστερή πλευρά της πλάτης. Ο Φραγκουδάκης έχει παραλύσει και παίρνει, με απελπισία, μερικές υγρές ανάσες. Γονατιστός από πάνω του, ο Χανς τον μαχαιρώνει ξανά, αυτή τη φορά πιο χαμηλά στην περιοχή της ωμοπλάτης. Το μαχαίρι σκαλώνει ανάμεσα στα κόκαλα κι αυτό δυσχεραίνει την προσπάθεια του Χανς να το τραβήξει έξω. Ο Φραγκουδάκης βγάζει ένα αμελητέο βογκητό και κατόπιν μένει χωρίς ανάσα, με το στόμα ανοικτό να αφήνει το αίμα να τρέξει στο χώμα και τα χόρτα. Απροσδόκητα, ο Χανς γίνεται νωθρός, σαν παιδικό παιχνίδι που έμεινε από μπαταρίες. Παρατάει το μαχαίρι στο πλάι και παίρνει γρήγορες και συντεταγμένες αναπνοές. Ο Χέρμαν σκύβει πάνω από το σώμα του Φραγκουδάκη, αφήνει την καραμπίνα δίπλα του και χαμογελάει με τα χείλη κολλημένα.
Εντελώς αναπάντεχα, το σώμα του Φραγκουδάκη ξεσπά σ’ έναν αντανακλαστικό σπασμό, η ράχη του ανασηκώνεται σχηματίζοντας μια οριζόντια παρένθεση κι ύστερα σκάει ξανά στο χώμα, σηκώνοντας σκόνη. Ο Χέρμαν δεν τα χάνει˙ το ορμέμφυτο τερματίζει πρώτο στην κούρσα. Σε ελάχιστο χρόνο, προλαβαίνει να γραπώσει το αμφίστομο μαχαίρι του Χανς και να το καρφώσει κάτω από τη μασχάλη του οδηγού, κάνοντας σμπαράλια τον πνεύμονα. Αλλά, ο Φραγκουδάκης έχει ήδη πεθάνει κι έτσι μένει ακίνητος για χιλιετίες. Ο Χέρμαν ξεφυσά με ρυθμό.
«Ψάξε το αμάξι για λεφτά» λέει χαμηλόφωνα στον Χανς, ο οποίος μετά από μια στιγμή αμφιβολίας σηκώνεται από τη θέση του. Ο Χέρμαν γυρίζει το πτώμα ανάσκελα. Τα μάτια του Φραγκουδάκη έχουν μείνει ανοικτά κι είναι γυάλινα, κοιτώντας πλέον μόνο το μεγάλο πουθενά. Η γλώσσα του έχει κρεμαστεί έξω από το στόμα και γύρω έχει απλωθεί ένα στρώμα πηχτού αίματος, στο οποίο έχουν κολλήσει χώμα και χόρτα. Ο Χέρμαν αντιπαρέρχεται αυτή την εικόνα και χώνει τα χέρια στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του οδηγού. Βρίσκει το πορτοφόλι του Φραγκουδάκη και το βάζει στο παντελόνι του. Είναι έτοιμος να ψάξει κι αλλού, όταν ένας πνιχτός γρυλισμός του αποσπά στην προσοχή. Αρπάζει την καραμπίνα και την στρέφει στο σκοτάδι, χωρίς συγκεκριμένο στόχο. Από μια συστάδα θάμνων εμφανίζεται ένα μεγαλόσωμο σκυλί, με σηκωμένα αυτιά και τεντωμένα πόδια, που τώρα χαλάει τον κόσμο στο γαύγισμα. Δεν διακρίνεται καθαρά, όμως ο Χέρμαν οπλίζει την γουίντσεστερ, διατεθειμένος αναμφισβήτητα να πυροβολήσει. Τον σταματά ο Χανς, που έχει επιστρέψει από το ταξί.

Σκίτσο, δημοσιευμένο σε αθηναϊκή εφημερίδα, με την (φανταστική) αναπαράσταση της δολοφονίας του ταξιτζή
«Τι κάνεις εκεί; Μπορεί να μας ακούσουν» τον κόβει με τη μία.
Ξαφνικά, το σκυλί αλλάζει στάση, χαμηλώνει το κεφάλι και βάζει την ουρά ανάμεσα στα πίσω πόδια. Οπισθοχωρεί αργά και μετά χάνεται εντελώς στην βλάστηση της περιοχής. Ο Χέρμαν αφήνει την καραμπίνα και ανασηκώνεται.
«Πάμε να φύγουμε» λέει στον άλλο, ταραγμένος. (…)
Βενζινάδικο στην Μαλακάσα Αττικής – Βράδυ 9ης Απριλίου 1969
(…) Συντονίζουν το βήμα τους και καθ΄ οδόν κάνουν έναν τελευταίο έλεγχο στον οπλισμό τους, που καλύπτουν επιμελημένα κάτω από τα μπουφάν τους. Επιβεβαιώνουν πως ο Τσατσάνης βρίσκεται μόνος του στο κιόσκι και χυμάνε στο εσωτερικό με φόρα. Ο Χέρμαν τραβά τη γουίντσεστερ από τα ρούχα του και την κολλά στο δεξί μάγουλο του υπαλλήλου.
«Έξω, γρήγορα» φωνάζει στα γερμανικά, αλλά ο Τσατσάνης καταλαβαίνει τι του λέει αποκλειστικά από το αγριεμένο ύφος και να νοήματα του Χέρμαν. Ταυτοχρόνως, ο Χανς παρακάμπτει και τους δύο και πάει προς το ταμείο. Ο Χέρμαν αρπάζει τον Τσατσάνη από το παλτό και τον τραβά. Ο Τσατσάνης σκοντάφτει σε έναν τενεκέ με γράσο και παραπατά, αλλά ο Χέρμαν τον κρατά όρθιο και τον σέρνει έξω από το κιόσκι.
Στο πλαϊνό δωμάτιο, ο Ευθύμης Σπίνος πετάγεται αλαφιασμένος, από τον οξύ αντίλαλο του τενεκέ. Τεντώνει το σώμα του και αφουγκράζεται για λίγα δευτερόλεπτα. Η σιωπή έχει επιστρέψει και ακούγονται μόνον οι συνήθεις ήχοι της νύχτας, που του είναι γνώριμοι.
«Αϊ στο διάολο, βρωμόγατα…» μονολογεί χαμηλόφωνα και ξαπλώνει ξανά, ενώ ο αδελφός του δεν έχει αντιληφθεί το παραμικρό και ροχαλίζει ρυθμικά.
Στο μεταξύ, ο Τσατσάνης έχει σχεδόν συρθεί από τον Χέρμαν πίσω από την καρότσα της νταλίκας, εκατό μέτρα μακριά. Υποψιάζεται τι τον περιμένει και πέφτει στα γόνατα, σηκώνοντας τα μάτια στον Χέρμαν.

Το οπλοστάσιο των Χ. Ντουφτ και Χ. Μπασενάουερ
«Λυπηθείτε με! Έχω παιδιά… Πίκολο! Πίκολο!» εκλιπαρεί με άδεια φωνή. Ο Χέρμαν τραβά ένα μαντήλι από την τσέπη του και το χώνει στο στόμα του Τσατσάνη.
«Σκάσε! Σκάσε!» του λέει και ο Τσατσάνης, χωρίς φωνή πλέον, ξεσπά σε βουβό κλάμα. Στο μεταξύ, φτάνει και ο Χανς, ο οποίος πετά το άδειο συρτάρι του ταμείου στο χωράφι. Με το πόδι, ο Χέρμαν υποχρεώνει τον Τσατσάνη να πέσει μπρούμυτα στο χώμα. Ο Τσατσάνης σφίγγει τα μάτια και μουρμουρά μια προσευχή, ώσπου μια μαχαιριά του κόβει την ανάσα. Ακολουθούν άλλες έντεκα, μετά τις οποίες η πλάτη του Τσατσάνη μοιάζει με ψιλοκομμένο κιμά, που τον έχουν ζυμώσει με φρέσκο αίμα. Ο Χέρμαν σκουπίζει το μαχαίρι στα ρούχα του Τσατσάνη, ο οποίος έχει ακόμα τα μάτια ανοιχτά, βγάζοντας έναν αργόσυρτο ρόγχο, πολύ χλωμός. Ο Χέρμαν τεντώνει το χέρι του στον Χανς.
«Δώσε μου το μαχαίρι σου» του λέει εντελώς φυσιολογικά. «Το δικό μου στόμωσε».
Ο Χανς του δίνει το αμφίστομο. Ο Χέρμαν γυρίζει το σώμα του Τσατσάνη ανάσκελα και ανοίγει το παλτό για να απελευθερώσει το στήθος του υπαλλήλου. Ύστερα, κατεβάζει το μαχαίρι άλλες πέντε φορές και σταματά όταν η κούραση τον καταβάλλει. Πέφτει στους γλουτούς και παίρνει βαθιές ανάσες.
Ο Χανς στέκεται πάνω από το πτώμα του Τσατσάνη και το κοιτάζει με ύφος φοιτητή της ιατρικής, που παίρνει άριστα στο μάθημα της ανατομίας.
«Έϊ, Χέρμαν» βάζει τα γέλια. «Για δες εδώ!» Δείχνει έναν σκουρόχρωμο, υγρό λεκέ που έχει απλωθεί στο παντελόνι του Τσατσάνη, εκεί που ενώνονται τα πόδια. «Ο τύπος κατουρήθηκε!» (…)
Εθνική οδός Αθήνας Κορίνθου – Βράδυ 11ης Απριλίου 1969
(…) Μόλις βγαίνουν από την Κινέττα, ο Χέρμαν γυρίζει τον διακόπτη και σβήνει το δεξί φανάρι της Μερσέντες. Μετρά μέσα του ως το πέντε κι ύστερα αρχίζει να κορνάρει επίμονα για να ειδοποιήσει τον Παπαγεωργόπουλο. Αυτός αργεί να μειώσει ταχύτητα, αλλά εν τέλει πατά φρένο και σταματά σ’ ένα πλάτωμα του δρόμου, το οποίο χρησιμοποιείται ως πάρκινγκ για τα αυτοκίνητα που κινούνται στην εθνική οδό. Η Μερσέντες ακινητοποιείται από πίσω.
Ο Παπαγεωργόπουλος βγαίνει από την BMW και πάει στον Χέρμαν.
«Τι συνέβη;»
Ο Χέρμαν σκάει ένα καλά προβαρισμένο χαμόγελο.
«Δεν έχω ιδέα. Ξαφνικά έσβησε και το άλλο φανάρι».
Ο Παπαγεωργόπουλος βάζει το χέρι στο πηγούνι.
«Μήπως έχει πρόβλημα το δυναμό;»
«Τι να σας πω; Δεν ξέρω και πολλά από αυτοκίνητα. Μήπως θα μπορούσατε να ρίχνατε…»
«…μια ματιά; Βεβαίως. Ανοίγετε τη μηχανή;»
Ο Χέρμαν τραβά τον λεβιέ και βγαίνει για να απελευθερώσει τον γάντζο από το καπό της Μερσέντες.
«Μισό λεπτό. Θα χρειαστούμε φακό. Νομίζω πως έχω έναν στο αυτοκίνητο», λέει ο Παπαγεωργόπουλος και φεύγει για να τον φέρει.
Από τις δύο πλευρές του παρμπρίζ, ο Χέρμαν και ο Χανς χαμογελούν νευρικά ο ένας στον άλλο. Ένα αυτοκίνητο περνά με ταχύτητα από το σημείο, με αντίθετη κατεύθυνση. Μετά ησυχία. Ο Παπαγεωργόπουλος επιστρέφει με έναν φακό στο χέρι και σκύβει πάνω από τη μηχανή. Ο Χέρμαν κάνει μικρά βήματα, κλέβοντας ματιές με τον Χανς, που βαθμιαία χάνει κάθε ικμάδα της υπομονής του. Πνιχτά, από το βάθος της μηχανής, η φωνή του Παπαγεωργόπουλου.
«Δεν πρέπει να φταίει το δυναμό…»

Η καραμπίνα γουίντσεστερ 30-30 επιδεικνύεται στους δημοσιογράφους
Ο Χέρμαν σκύβει δίπλα του με ενδιαφέρον τη στιγμή που ο Χανς χάνει οριστικά τη μάχη της αναμονής. Ανοίγει γρήγορα την πόρτα του συνοδηγού, πάει προς το πορτ-παγκάζ, αρπάζει την γουίντσεστερ 30-30 και, αφήνοντας το πορτ-παγκάζ ανοικτό, την οπλίζει και με ανοικτό διασκελισμό φτάνει πίσω από το σκυμμένο σώμα του Παπαγεωργόπουλου. Όλα έχουν γίνει σαν μία κίνηση, χωρίς παύσεις και αναστολές, τόσο γρήγορα που αιφνιδιάζεται ακόμα και ο Χέρμαν. Ο Παπαγεωργόπουλος σηκώνεται όρθιος. Δεν έχει αντιληφθεί τι συμβαίνει, όταν γυρίζει στον Χέρμαν.
«Θα χρειαστώ ένα κατσαβίδι. Μήπως έχετε στο…»
Η φράση κόβεται στη μέση επειδή ο Χανς πατά τη σκανδάλη. Ο Παπαγεωργόπουλος τρώει τη σφαίρα στο δεξί μέρος της πλάτης, δίπλα στη σπονδυλική στήλη, στο νεφρό. Για τρία δευτερόλεπτα είναι έκπληκτος, μετά επικρατεί ο πόνος, χάνει τις δυνάμεις του και πέφτει στην άσφαλτο ξεφούσκωτος, μέχρι να πεθάνει.

Η εκπυρσοκρότηση ξαναζωντανεύει τον Χέρμαν.
«Βλάκα! Δεν πυροβολούν έτσι. Παραλίγο να κάνεις ζημιά στη μηχανή».
Ο Χανς αφρίζει. «Βούλωσέ το!» φωνάζει. «Υποτίθεται πως θα μου έκανες νόημα. Το ξέχασες, μπάσταρδε;» (…)
http://eglima.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου